ξεκαλούπωμα

ξεκαλούπωμα
το снимание формы

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "ξεκαλούπωμα" в других словарях:

  • ξεκαλούπωμα — το ατος, το βγάλσιμο, η αφαίρεση των καλουπιών (τύπων) της οικοδομής που χτίζεται: Το ξεκαλούπωμα γίνεται αφού δέσει το μπετόν …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ξεκαλούπωμα — το η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ξεκαλουπώνω, η αφαίρεση τών καλουπιών …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»